δανείζων
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
δανείζων
- ðaˈni.zon
Where it comes from
δανείζων < μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δανείζω
verb δανείζων · δανείζοντας · δανείζουσα · δανείζον · δανείζοντος · δανείζοντα
-
που δανείζει, χορηγεί ένα δάνειο
※ Δεν επιβάλλεται δηλαδή, κατά τη γράφουσα, σύμφωνα με τις διατάξεις του ενωσιακού και εθνικού δικαίου η φύση του νομικού δεσμού μεταξύ δανείζοντα και δανειζόμενου στις περιπτώσεις δανεισμού τεχνικής ικανότητας και επαγγελματικών προσόντων να είναι άνευ ετέρου αυτή της υπεργολαβίας, προκειμένου να δ
Similar: δανειστής, δανείστρια
Talk about this word "δανείζων." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%AF%CE%B6%CF%89%CE%BD. Accessed 7 Nov. 2026. δανείζων. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%AF%CE%B6%CF%89%CE%BD "δανείζων." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%AF%CE%B6%CF%89%CE%BD.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {δανείζων},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%AF%CE%B6%CF%89%CE%BD},
urldate = {2026-11-07}
}