믹윈

δανειζόμενος

Ελληνικά · 유의어·반의어

AI 쉬운 말로

짧은 설명을 쓰는 중…

아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.

δανειζόμενος

  • ða.niˈzo.me.nos

어원

δανειζόμενος < μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος δανείζω

동사 δανειζόμενος · δανειζόμενη · δανειζόμενο · δανειζόμενου · δανειζόμενης

  1. που δανείζεται χρήματα η αντικείμενα, κυρίως όμως το πρώτο, εκείνος που παίρνει δάνειο

    비슷한 말: δανειολήπτης

  2. που γίνεται αντικείμενο δανεισμού, που δανείζεται, το δανεικό Το δανειζόμενο ποσό ορίζεται ανάλογα και με το μισθό του δανειολήπτη.

    비슷한 말: δάνειος

반의어: δανείζων, δανειστής, κεφαλαιούχος, πιστωτής, πιστωτικό ίδρυμα

유의어·반의어

이 단어에 대해 이야기하기

인용하기
MLA

"δανειζόμενος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B6%CF%8C%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

δανειζόμενος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B6%CF%8C%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82

Chicago

"δανειζόμενος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B6%CF%8C%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δανειζόμενος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B6%CF%8C%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}