δείκτης
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
δείκτης¹
- ˈði.ktis
Where it comes from
δείκτης < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δείκτης (που εκθέτει)
: για το δάχτυλο: (ελληνιστική κοινή) δεικτικός (εννοείται δάκτυλος
: για τα μαθηματικά < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική indice, indicateur & γερμανική Anzeiger, Anzeige
noun δείκτης · δείκτες · δείκτη · δεικτών
- αντικείμενο που δείχνει μια τιμή ο λεπτός δείκτης του ρολογιού δείχνει τα λεπτά
- το δεύτερο δάχτυλο του χεριού μας, αυτό που συνήθως χρησιμοποιούμε για να δείχνουμε κάτι
-
αριθμητικό ή άλλο μέγεθος που παρέχει πληροφορίες ή αποτελεί ένδειξη για την εξέλιξη ενός ευρύτερου φαινομένου, όπως στην οικονομία
Similar: αριθμοδείκτης
- ο αριθμός που δηλώνει τοπ βαθμό της ρίζα2
- μικρός χαρακτήρας κάτω από την θέση του κανονικού και κοντά σε αυτόν (πχ. x₂).
- , (GUI) ο κέρσορας, ο δρομέας του ποντικιού όπως φαίνεται στην οθόνη του υπολογιστή
- είδος μεταβλητής (variable) που δεν περιέχει την ίδια την τιμή της πληροφορίας, αλλά έναν αριθμό που προσδιορίζει την θέσης (address) της σε αποθηκευτικό μέσο (πχ. σκληρό δίσκο, μνήμη Η/Υ) από όπου μπορεί να ανακτηθεί η τιμή ή τη θέση στοιχείου σε μια δομή ακολουθίας στοιχείων (πχ. πίνακα).
- χημική ένωση της οποίας το χρώμα μεταβάλλεται όταν προσθέσουμε σε αυτήν οξύ ή βάση
- το ευρετήριο στο τέλος των βιβλίων (< λατινική index)
Δείκτης²
Where it comes from
Δείκτης < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Δείκτης · Δείκτηδες · Δείκτη · Δείκτηδων
- ανδρικό επώνυμο
In English
- index economics: single number calculated from an array of prices or quantities
- hand index or pointer on a dial, such as on an analogue/analog clock
- forefinger first finger next to the thumb
- arrow symbol
- pointer programming: variable that stores the address of another variable
- cursor part of scientific instruments that indicates position
- indicator pointer
- subscript a type of lettering form
Talk about this word "δείκτης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CE%AF%CE%BA%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. δείκτης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CE%AF%CE%BA%CF%84%CE%B7%CF%82 "δείκτης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CE%AF%CE%BA%CF%84%CE%B7%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {δείκτης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CE%AF%CE%BA%CF%84%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}