δείνα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

δείνα¹

  • ˈði.na

Sounds like δεινά

Where it comes from

δείνα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δεῖνα

pronoun δείνα

  1. indefinite, pronoun, αόριστη αντωνυμία για να δηλωθεί ένα πρόσωπο χωρίς να αναφερθεί το όνομά του ※ Δεν είχα καμιά αμφιβολία η Ευταλία πως ο ασίκης της κοράκλας της ήταν παρακατιανός και της σειράς. Αλλιώς η σουρτούκα θα της κοκορευόταν πως τύλιξε τον τάδε ή το δείνα στα βρακιά της και θα της το λέγε (Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρνης, εκδ. Καστανιώτη, 2011)

Similar: τάδε

Δείνα²

Where it comes from

Δείνα < → λείπει η ετυμολογία / γενική ενικού του αρσενικού Δείνας

proper noun Δείνα · Deina

  1. γυναικείο όνομα
  2. γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Δείνας)

Thesaurus

pronoun

Similar: τάδε

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"δείνα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

δείνα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1

Chicago

"δείνα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δείνα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}