τάδε

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τάδε

Where it comes from

τάδε < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τάδε

pronoun τάδε

  1. για να δηλωθεί ένα πρόσωπο ή κάποιο χαρακτηριστικό αντικειμένου χωρίς να αναφερθεί το όνομά του ※ Δεν είχα καμιά αμφιβολία η Ευταλία πως ο ασίκης της κοράκλας της ήταν παρακατιανός και της σειράς. Αλλιώς η σουρτούκα θα της κοκορευόταν πως τύλιξε τον τάδε ή το δείνα στα βρακιά της και θα της το λέγε Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρνης, εκδ. Καστανιώτη, 2011)

Similar: δείνα

Thesaurus

pronoun

Similar: δείνα

Talk about this word

Cite this
MLA

"τάδε." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CE%B4%CE%B5. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τάδε. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CE%B4%CE%B5

Chicago

"τάδε." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CE%B4%CE%B5.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τάδε},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CE%AC%CE%B4%CE%B5},
  urldate = {2026-11-07}
}