δεσποτικός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

δεσποτικός

  • ðe.spo.tiˈkos

Where it comes from

δεσποτικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δεσποτικός < δεσπότης

:* εκκλησιαστική σημασία < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δεσποτικός < αρχαία ελληνική δεσποτικός < δεσπότης

adjective δεσποτικός · δεσποτική · δεσποτικό · δεσποτικού · δεσποτικής

  1. για καθεστώς που ενεργεί αυθαίρετα, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τις αντίθετες απόψεις

    Similar: απολυταρχικός, αυταρχικός, τυραννικός

  2. για συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από αυθαίρετους τρόπους, δεν δέχεται αντιρρήσεις

    Similar: απολυταρχικός, αυταρχικός, τυραννικός

  3. εκκλησιαστικός όρος που έχει σχέση με το δεσπότη, ανήκει σ’ αυτόν ή αναφέρεται σ’ αυτόν ※ Όταν η μονή μετατράπηκε σε κοινόβιο, οι τρεις μεγάλες κοσμούσαν τις δεσποτικές εικόνες του τέμπλου και οι τέσσερις μικρότερες τα προσκυνητάρια. Οι ποδέες χρησιμοποιούνταν τρεις φορές ετησίως, κατά την εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, της Αγίας Ζώνης και το Πάσχα (Νικόλαος Μερτιμέκης, «.Ποδίαις
  4. ουσιαστικοποιημένο δεσποτικό

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"δεσποτικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CF%83%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

δεσποτικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CF%83%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"δεσποτικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CF%83%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δεσποτικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CF%83%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}