αυταρχικός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αυταρχικός

  • a.ftaɾ.çiˈkos

Where it comes from

αυταρχικός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική αὐταρχικός < ελληνιστική κοινή αὐταρχ(ία) + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική autocratique)

adjective αυταρχικός · αυταρχική · αυταρχικό · αυταρχικού · αυταρχικής

  1. που ενεργεί αυθαίρετα, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τις αντίθετες απόψεις ※ Το εκ νέου άνοιγμα της ΕΡΤ δεν πρέπει πάντως σε καμιά περίπτωση να σημάνει κατρακύλισμα στα παλιά: στις παλιές αυταρχικές δομές και στα παλαιοκομματικά πρόσωπα... (* εφημερίδα Το Βήμα)

Similar: αυθαίρετος, απολυταρχικός · Opposite: διαλλακτικός

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αυταρχικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αυταρχικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"αυταρχικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αυταρχικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}