δευτερεύων

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

δευτερεύων

  • ðe.fteˈɾe.von

Where it comes from

δευτερεύων < μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δευτερεύω (αρχαία ελληνική) < δεύτερος

verb δευτερεύων · δευτερεύοντας · δευτερεύουσα · δευτερεύον · δευτερεύοντος · δευτερεύοντα

  1. που βρίσκεται σε δεύτερη θέση, ο λιγότερος σημαντικός, ο μη καθοριστικός, ο επουσιώδης δευτερεύων ρόλος / λόγος
  2. που συμπληρώνει κάποιον, ο πρόσθετος, που διαδραματίζει βοηθητικό ρόλο, ο επικουρικός δευτερεύον νόημα / στοιχείο
  3. γραμματική δευτερεύουσα πρόταση : η πρόταση που προσδιορίζει επιρρηματικά (εκφράζοντας χρόνο, αιτία, σκοπό κ.λπ) ή συμπληρώνει νοηματικά το περιεχόμενο ή ένα όρο μιας άλλης πρότασης, από όπου και εξαρτάται
  4. που αναπληρώνει το διαβαστή

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"δευτερεύων." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B5%CF%8D%CF%89%CE%BD. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

δευτερεύων. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B5%CF%8D%CF%89%CE%BD

Chicago

"δευτερεύων." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B5%CF%8D%CF%89%CE%BD.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δευτερεύων},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B5%CF%8D%CF%89%CE%BD},
  urldate = {2026-11-07}
}