δημόσιος
Ελληνικά · מילים נרדפות והפכים
AI במילים פשוטות
כותב הסבר קצר…
נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.
δημόσιος
- ðiˈmo.si.os
נשמע כמו δημοσίως
מאיפה זה בא
δημόσιος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δημόσιος (κοινός)
שם תואר δημόσιος · δημόσια · δημοσία · δημόσιο · δημόσιου · δημοσίου
- κάποιος που προορίζεται για τον λαό αυτό είναι ένα δημόσιο πάρκο
- μπροστά σε κοινό έκανε δημόσια δήλωση
הפך: ιδιωτικός
מילים נרדפות והפכים
שם תואר
הפך: ιδιωτικός
באנגלית
לדבר על המילה הזו "δημόσιος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CF%8C%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. δημόσιος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CF%8C%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82 "δημόσιος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CF%8C%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82.ציטוט
@misc{micwyn_2026,
title = {δημόσιος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CF%8C%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}