ιδιωτικός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ιδιωτικός
Where it comes from
ιδιωτικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἰδιωτικός, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική privé
adjective ιδιωτικός · ιδιωτική · ιδιωτικό · ιδιωτικού · ιδιωτικής
- σχετικός με έναν ιδιώτη, ένα άτομο ως ξεχωριστή προσωπικότητα και όχι ως μέλος ενός συνόλου ιδιωτική ζωή
- που ανήκει σε και διευθύνεται από έναν ιδιώτη επιχειρηματία και όχι από το δημόσιο ιδιωτικό σχολείο
Opposite: δημόσιος
Thesaurus
adjective
Opposite: δημόσιος
In English
Talk about this word "ιδιωτικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ιδιωτικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "ιδιωτικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ιδιωτικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}