διάζευξη
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
διάζευξη
- ˈði̯a.zef.ksi
Where it comes from
διάζευξη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διάζευξις (χώρισμα) < διαζεύγνυμι, διά-ζευγ- + -σις > -ξις > -ξη
noun διάζευξη · διαζεύξεις · διάζευξης · διαζεύξεων
- ο χωρισμός και η διάλυση μιας ένωσης ή ενός γάμου
- σχήμα λόγου με το οποίο παρατίθενται δύο διαφορετικές επιλογές και που η υιοθέτηση της μίας συνεπάγεται τον μερικό ή ολικό αποκλεισμό της άλλης
- , (στον προτασιακό λογισμό) συνήθως αναφέρεται στην μη αποκλειστική διάζευξη Δείτε επίσης: λογική διάζευξη στην Βικιπαίδεια
- η σύνθετη λογική πρόταση (διαζευκτική πρόταση) που προκύπτει από το συνδυασμό δύο προτάσεων με τον λογικό τελεστή ∨
Opposite: σύζευξη
Thesaurus
noun
Opposite: σύζευξη
In English
- disjunction logic: proposition resulting from the combination of two or more propositions us
Talk about this word "διάζευξη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CE%B5%CF%85%CE%BE%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. διάζευξη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CE%B5%CF%85%CE%BE%CE%B7 "διάζευξη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CE%B5%CF%85%CE%BE%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {διάζευξη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CE%B5%CF%85%CE%BE%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}