διάρροια
Ελληνικά · Sinonime și antonime
AI Pe înțelesul tuturor
Se scrie o scurtă explicație…
Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.
διάρροια
De unde vine
διάρροια < αρχαία ελληνική διάρροια < διαρρέω
substantiv διάρροια · διάρροιες · διάρροιας · διαρροιών
- δυσλειτουργία του πεπτικού συστήματος η οποία χαρακτηρίζεται από αύξηση ρευστότητας των κοπράνων δεν δίνουμε γάλα στη γάτα μας, μπορεί να της προκαλέσει διάρροια
- ασταμάτητη ροή, π.χ. λόγου / γραφής ※ Ποτέ και κανένας δεν είχε υπεκφύγει την ουσία μιας ερώτησης με τόσα πολλά φούμαρα. Είναι παραπάνω από προφανές, εάν δεν έχεις τη νοημοσύνη σαλαμάνδρας, πως ούτε η αγάπη, ούτε η θέληση, ούτε η ευτυχία, ούτε καμία άλλη παπαριά ήταν υπεύθυνη για τη διάρροια δύο χιλιάδων τριακοσίων σελίδων. (Πέτρος Τα
Asemănătoare: ευκοίλια, ευκοιλιότητα, κόψιμο, κολωπετούρα
Sinonime și antonime
substantiv
Asemănătoare: ευκοίλια, ευκοιλιότητα, κόψιμο, κολωπετούρα
În engleză
Discută despre acest cuvânt "διάρροια." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%81%CF%81%CE%BF%CE%B9%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. διάρροια. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%81%CF%81%CE%BF%CE%B9%CE%B1 "διάρροια." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%81%CF%81%CE%BF%CE%B9%CE%B1.Citează
@misc{micwyn_2026,
title = {διάρροια},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%81%CF%81%CE%BF%CE%B9%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}