διάστημα
Ελληνικά
AI Kwa maneno rahisi
Inaandika maelezo mafupi…
Imeandikwa na AI wa nyumbani kutokana na kipengele kilicho hapa chini, kwa lugha yako. Chanzo ni kipengele chenyewe.
διάστημα
- ˈði̯a.sti.ma
Limetoka wapi
διάστημα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διάστημα
:* για την αστρονομία > μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική espace < λατινική spatium
nomino διάστημα · διαστήματα · διαστήματος · διαστημάτων
- αόριστη ή συγκεκριμένη τοπική, χρονική ή τονική απόσταση Μεταξύ των δύο εμφανίσεών της υπήρξε ένα διάστημα που δεν έκανε τίποτε.
- η απόσταση που χρησιμοποιούμε για να διαχωρίσουμε δύο λέξεις, το κενό οι δακτυλογράφοι παλιότερα, άφηναν ένα διάστημα μετά το κόμμα και δύο μετά την τελεία
- το υπόλοιπο, εκτός της Γης, σύμπαν στο διάστημα υπάρχουν χιλιάδες αστέρια
- η διαφορά ανάμεσα σε δυο τονικά ύψη
Kwa Kiingereza
Zungumza kuhusu neno hili "διάστημα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. διάστημα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%B1 "διάστημα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%B1.Nukuu
@misc{micwyn_2026,
title = {διάστημα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}