διαβάζω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
διαβάζω
- ðʝaˈva.zo
Where it comes from
διαβάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική διαβάζω < αρχαία ελληνική διαβιβάζω με απλοποίηση [viva] > [va]
verb διαβάζω · διάβασα · διαβάζομαι · διαβάστηκα · διαβασμένος
- μπορώ να κάνω ανάγνωση έμαθα να διαβάζω, πριν ακόμη πάω στο σχολείο
- μελετώ (για το σχολείο, για εξετάσεις, για το πανεπιστήμιο) διάβαζε όλη τη χρονιά συστηματικά κι, έτσι, πέτυχε στις εξετάσεις
- κάνω ανάγνωση ενός κειμένου σιωπηρά συνηθίζομε τις Κυριακές να διαβάζομε μαζί εφημερίδα
- μελετώ κάτι με προσοχή αν διαβάσεις τους κανόνες, θα είναι πιο εύκολο να τους εφαρμόσεις
- βοηθώ κάποιον να μελετήσει τα μαθήματά του μία φορά με διάβασε ο αδελφός μου και τα κατάλαβα όλα
- διακρίνω γεγονότα, περιστατικά, συναισθήματα αν διαβάσεις ανάμεσα στις γραμμές, θα καταλάβεις ότι έχει περισσότερη ευαισθησία από ό,τι δείχνει
- απαγγέλλω κείμενο κατά τη διάρκεια εκκλησιαστικής ακολουθίας ο ιερέας διαβάζει το Ευαγγέλιο
- απαγγέλλω ευχές για κάποιον ετοιμοθάνατο ή ασθενή ή κάνω εξορκισμό τον πήγαν στο μοναστήρι να τον διαβάσουν, μήπως ηρεμήσουν τα νεύρα του
In English
- read to look at and interpret letters or other information
Talk about this word "διαβάζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. διαβάζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%B6%CF%89 "διαβάζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {διαβάζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}