διακλάδωση

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

διακλάδωση

  • ðiaˈkla.ðo.si

Where it comes from

διακλάδωση < (μαρτυρείται από το 1843) 'καθαρεύουσα: διακλάδωσις < θέμα διακλαδω- ή όπως σε ρήμα διακλαδώ(νομαι) ή από ρήμα διακλαδοῦμαι + -ση (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική branchement)

noun διακλάδωση · διακλαδώσεις · διακλάδωσης · διακλαδώσεων

  1. βοτανική η διαίρεση του βλαστού ενός φυτού σε μεγαλύτερους ή μικρότερους κλάδους

    Similar: παρακλάδι

  2. ανατομία ο χωρισμός των νεύρων, των αγγείων κ.λπ. σε μικρότερα τμήματα
  3. broadly, κατ’ επέκταση η διαίρεση ενός μεγαλύτερου τμήματος (δρόμος, σιδηρόδρομος) σε άλλα μικρότερα καθώς και το ίδιο το μικρότερο αυτό τμήμα
  4. πληροφορική συνώνυμο του κλάδος

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"διακλάδωση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CF%89%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

διακλάδωση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CF%89%CF%83%CE%B7

Chicago

"διακλάδωση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CF%89%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {διακλάδωση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CF%89%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}