διακρίνομαι

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

διακρίνομαι

  • ði̯aˈkɾi.no.me

verb διακρίνομαι · διακρίθηκα · διακεκριμένος

  1. παθητικές σημασίες του διακρίνω
  2. ξεχωρίζω για την προσφορά μου σε κάποιον επαγγελματικό ή επιστημονικό κλπ τομέα και αποσπώ διακρίσεις γι' αυτήν ※ ... διακρίθηκε στις επιχειρήσεις στη Β. Αφρική κατά την υποχώρηση του Ρόμμελ, εντεταγμένος στις γαλλικές δυνάμεις υπό το στρατηγό Leclerc και αργότερα στο στρατιωτικό σώμα που διοικούσε ο Νεοζηλανδός στρατηγός Freyberg. (Σπύρος Γασπαράτος, Η Κατοχή: Η κατοχική περίοδος μέχρι τον Οκτώβριο 1943, τόμ

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"διακρίνομαι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

διακρίνομαι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9

Chicago

"διακρίνομαι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {διακρίνομαι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}