διαλεκτική

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

διαλεκτική

Where it comes from

διαλεκτική < (αντιδάνειο) Dialektik < αρχαία ελληνική διαλεκτική τέχνη

noun διαλεκτική

  1. φιλοσοφία μέθοδος η οποία χρησιμοποιεί τη συζήτηση με συνεχείς ερωταποκρίσεις στην αναζήτηση της αλήθειας
  2. especially, ειδικότερα, στη μαρξιστική φιλοσοφία η ιδέα ότι τα αντίθετα έχουν λογική συνέχεια και δεν είναι ανεξάρτητα το ένα από το άλλο
  3. figuratively, καταχρηστικά κάποια κατάσταση στην οποία υπάρχουν αλληλεπιδράσεις μεταξύ των στοιχείων τα οποία συνθέτουν ένα σύνολο ...γεμάτο τόλμη για όσους τα αγαπήσαμε, και πολιτικές αναφορές «κάτω οι διαλεκτικές των τεχνικών της εξουσίας» ή όπως ακούγεται από τον χορό...

adjective διαλεκτική

  1. accusative, feminine, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαλεκτικός

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"διαλεκτική." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

διαλεκτική. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE

Chicago

"διαλεκτική." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {διαλεκτική},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}