διαλεκτική
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
διαλεκτική
Where it comes from
διαλεκτική < (αντιδάνειο) Dialektik < αρχαία ελληνική διαλεκτική τέχνη
noun διαλεκτική
- μέθοδος η οποία χρησιμοποιεί τη συζήτηση με συνεχείς ερωταποκρίσεις στην αναζήτηση της αλήθειας
- η ιδέα ότι τα αντίθετα έχουν λογική συνέχεια και δεν είναι ανεξάρτητα το ένα από το άλλο
- κάποια κατάσταση στην οποία υπάρχουν αλληλεπιδράσεις μεταξύ των στοιχείων τα οποία συνθέτουν ένα σύνολο ...γεμάτο τόλμη για όσους τα αγαπήσαμε, και πολιτικές αναφορές «κάτω οι διαλεκτικές των τεχνικών της εξουσίας» ή όπως ακούγεται από τον χορό...
adjective διαλεκτική
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του διαλεκτικός
In English
- dialectic formal system of reasoning
Talk about this word "διαλεκτική." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. διαλεκτική. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE "διαλεκτική." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {διαλεκτική},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}