διανομή
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
διανομή
- ði̯a.noˈmi
Where it comes from
διανομή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διανομή < διανέμω < (διά) δια- + νέμω
noun διανομή · διανομές · διανομής · διανομών
- το μοίρασμα ενός ποσού (ή άλλου κινητού ή ακίνητου πράγματος σε δικαιούχους, αφού πρώτα χωριστεί σε μέρη
- η παράδοση σε κάποιον κάποιου πράγματος διανομή αλληλογραφίας
- το μοίρασμα των ρόλων σε ηθοποιούς
- η μεταφορά και παράδοση κάποιου αγαθού (ηλεκτρισμός, νερό κ.λπ.) σε καταναλωτές
- distribution: η διαδικασία της απόκτησης λογισμικού (software) από τον τελικό-χρήστη (end-user), όπως μέσω καταστήματος, διαδικτύου, κλπ
- distribution, distro: ομάδα διαφορετικών συνεργαζόμενων προγραμμάτων (λογισμικό) που παραδίδονται στον τελικό χρήστη σαν πακέτο, όπως ένα λειτουργικό σύστημα που συνοδεύεται από πληθώρα άλλων προγραμμάτων (επεξεργαστές κειμένου, φυλλομετρητές, κλπ)
Similar: καταμερισμός, κατανομή, μοίρασμα
Thesaurus
noun
Similar: καταμερισμός, κατανομή, μοίρασμα
In English
- distribution act of distribution or being distributed
Talk about this word "διανομή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. διανομή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%AE "διανομή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {διανομή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}