καταμερισμός
Ελληνικά · Синонимы и антонимы
AI Простыми словами
Пишу короткое объяснение…
Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.
καταμερισμός
- ka.ta.me.ɾiˈzmos
Откуда оно
καταμερισμός < ελληνιστική κοινή καταμερισμός < αρχαία ελληνική καταμερίζω < κατά + μερίζω < μέρος
существительное καταμερισμός · καταμερισμοί · καταμερισμού · καταμερισμών · καταμερισμό · καταμερισμούς
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του καταμερίζω
Похожие: διαίρεση, διανομή, επιμερισμός, κατανομή
Синонимы и антонимы
существительное
Похожие: διαίρεση, διανομή, επιμερισμός, κατανομή
Обсудить это слово "καταμερισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. καταμερισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82 "καταμερισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.Цитировать
@misc{micwyn_2026,
title = {καταμερισμός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}