διαφεύγω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

διαφεύγω

Where it comes from

διαφεύγω < διά + φεύγω

verb διαφεύγω

  1. Απομακρύνομαι εντέχνως (από τόπο ή κατάσταση), χωρίς να γίνομαι αντιληπτός ※ Εχει όνομα, έχει πρόσωπο αλλά συνεχίζει να διαφεύγει: το ανθρωποκυνηγητό συνεχίζεται σήμερα για τη σύλληψη του Σερίφ Σεκάτ, του φερόμενου ως δράστη της φονικής επίθεσης στην χριστουγεννιάτικη αγορά του Στρασβούργου, η οποία θα παραμείνει κλειστή και σήμερα. (www.kathimerini.gr, 13.12.2018)
  2. Καταφέρνω να αποφύγω (κάτι αρνητικό για μένα) ο καταζητούμενος διέφυγε τη σύλληψη
  3. Διαρρέω, διαχέομαι ※ Με τη μύτη ενός μαχαιριού κάνουμε μια μικρή τρύπα στο κέντρο για να διαφεύγει ο ατμός του ψησίματος. (www.kathimerini.gr, 21.07.2025)
  4. figuratively, μεταφορικά αγνοούμαι, παραβλέπομαι ※ Ξαναδιάβασα δις και τρις την επιστολή για να καταλάβω πώς μου διέφυγε το γεγονός ότι ο γράφων το εννοούσε ειρωνικά. (www.kathimerini.gr 09.09.2022)

In English

  • escape to avoid (any unpleasant person or thing); to elude, get away from

Talk about this word

Cite this
MLA

"διαφεύγω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%86%CE%B5%CF%8D%CE%B3%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

διαφεύγω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%86%CE%B5%CF%8D%CE%B3%CF%89

Chicago

"διαφεύγω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%86%CE%B5%CF%8D%CE%B3%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {διαφεύγω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%86%CE%B5%CF%8D%CE%B3%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}