διαφωτισμός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
διαφωτισμός¹
Where it comes from
διαφωτισμός < διαφωτίζω + -μός
noun διαφωτισμός · διαφωτισμοί · διαφωτισμού · διαφωτισμών · διαφωτισμό · διαφωτισμούς
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαφωτίζω
Διαφωτισμός²
Where it comes from
Διαφωτισμός < διαφωτίζω + -μός < (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Aufklärung
noun Διαφωτισμός · Διαφωτισμοί · Διαφωτισμού · Διαφωτισμών · Διαφωτισμό · Διαφωτισμούς
- πνευματικό, κοινωνικό, πολιτικό και φιλοσοφικό κίνημα στα τέλη του 17ου αιώνα και στις αρχές του 18ου, που πρέσβευε τον ορθολογισμό, την πίστη στην πρόοδο, την ελευθερία, την ανεξιθρησκία κ.ά.
Similar: Αιώνας των Φώτων
Thesaurus
noun
Similar: Αιώνας των Φώτων
In English
- enlightenment philosophy and psychology related to achieving clarity of perception, reason and
- Enlightenment 17th- and 18th-century cultural movement
Talk about this word "διαφωτισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%86%CF%89%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. διαφωτισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%86%CF%89%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82 "διαφωτισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%86%CF%89%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {διαφωτισμός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%86%CF%89%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}