διδάσκω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
διδάσκω
- ðiˈða.sko
Where it comes from
διδάσκω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διδάσκω
verb διδάσκω · δίδαξα · διδάσκομαι · διδάχτηκα · -χθηκα · διδαγμένος
- μεταδίδω με συστηματικό τρόπο τη γνώση που έχω για ένα αντικείμενο σε κάποιον άλλον
- εργάζομαι ως δάσκαλος ή καθηγητής είνα μαθηματικός και διδάσκει στο Γυμνάσιο της γειτονιάς μας
- μεταφέρω στους ακροατές μου μια ηθική διδασκαλία, ένα μήνυμα ο Χριστός δίδασκε την αγάπη
- σκηνοθετώ (κατά την αρχαία σημασία)
Similar: μαθαίνω
Thesaurus
verb
Similar: μαθαίνω
In English
Talk about this word "διδάσκω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B4%CE%AC%CF%83%CE%BA%CF%89. Accessed 8 Nov. 2026. διδάσκω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 8, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B4%CE%AC%CF%83%CE%BA%CF%89 "διδάσκω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 8, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B4%CE%AC%CF%83%CE%BA%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {διδάσκω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B4%CE%AC%CF%83%CE%BA%CF%89},
urldate = {2026-11-08}
}