διεγείρω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
διεγείρω
- ði.eˈʝi.ɾo
Where it comes from
διεγείρω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διεγείρω < διά (δι-) + ἐγείρω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁ger- (σηκώνω, ωθώ) (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική exciter)
verb διεγείρω · διήγειρα · διεγείρομαι · διεγέρθηκα · διεγερμένος
- προκαλώντας κάποιο ερέθισμα κάνω κάτι να ενεργοποιηθεί και ν’ αντιδράσει ※ Άρθρο 196 - Κατάχρηση εκκλησιαστικού αξιώματος. Ο θρησκευτικός λειτουργός που κατά την ενάσκηση των έργων του ή δημόσια και με την ιδιότητά του προκαλεί ή διεγείρει τους πολίτες σε εχθροπάθεια κατά της πολιτειακής εξουσίας ή άλλων πολιτών τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. (Ποινικός Κώδικας,
- συνεπαίρνω, ενθουσιάζω
- με κάποιο τρόπο προκαλώ κάποιον σεξουαλικά και του γεννώ ή αυξάνω τη σεξουαλική επιθυμία ※ Πάλι η απόσταση μεταξύ πόθου, αδιαφορίας και απωθήσεως είναι μια τρίχα. Πάλι το ακανόνιστο και το ελαττωματικό διεγείρουν. Μια μη μετρήσιμη διαφορετική καμπυλότητα σ' έναν γοφό, σε μια κοιλιά, ένα απειροελάχιστο επιπλέον πέσιμο του γυναικείου στήθους, ένας μόλις αισθητός και φυσικά μη μετρήσιμος ο
Similar: αναστατώνω, εξάπτω, ερεθίζω
Thesaurus
verb
Similar: αναστατώνω, εξάπτω, ερεθίζω
In English
Talk about this word "διεγείρω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CE%B3%CE%B5%CE%AF%CF%81%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. διεγείρω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CE%B3%CE%B5%CE%AF%CF%81%CF%89 "διεγείρω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CE%B3%CE%B5%CE%AF%CF%81%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {διεγείρω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CE%B3%CE%B5%CE%AF%CF%81%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}