διεκδίκηση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

διεκδίκηση

Where it comes from

διεκδίκηση < διεκδικώ + -ση

noun διεκδίκηση · διεκδικήσεις · διεκδίκησης · διεκδικήσεων

  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διεκδικώ ※ το επαναλαμβανόμενο «αποδεδειγμένα εκδίδομαι επί περιουσιακώ ανταλλάγματι εις πλείονας άνδρας» που συνοδεύει τις αιτήσεις των γυναικών προς τις αστυνομικές αρχές δείχνει την απόσταση που έχει διανυθεί από τις αρχές της δεκαετίας του ΄60 μέχρι τις ημέρες μας όπου η διεκδίκηση δικαιωμάτων από sex-ερ

In English

  • claim demand of ownership

Talk about this word

Cite this
MLA

"διεκδίκηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CE%BA%CE%B4%CE%AF%CE%BA%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

διεκδίκηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CE%BA%CE%B4%CE%AF%CE%BA%CE%B7%CF%83%CE%B7

Chicago

"διεκδίκηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CE%BA%CE%B4%CE%AF%CE%BA%CE%B7%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {διεκδίκηση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CE%BA%CE%B4%CE%AF%CE%BA%CE%B7%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}