διεκδικώ
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
διεκδικώ
Where it comes from
διεκδικώ < ελληνιστική κοινή διεκδικέω / διεκδικῶ < δι- + ἐκδικέω < αρχαία ελληνική δίκη ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική revendiquer)
verb διεκδικώ · διεκδικούσα · διεκδικήσω · διεκδίκησα · διεκδικούμαι
- ζητώ να μου αναγνωριστεί η κυριότητα ενός αγαθού, η οποία αμφισβητείται από άλλους, και ασκώ νομικά μέσα προκειμένου να το επιτύχω
- επιδιώκω να μου αποδοθεί κάτι επειδή το θεωρώ δίκαιο ή το αξίζω ※ Η Χώρα των Βάσκων διεκδικεί το αριστούργημα του Πικάσο (www.tovima.gr 07.04.2026)
- ανταγωνίζομαι με άλλους και προσπαθώ να κερδίσω έναν τίτλο, αξίωμα κλπ ※ Δεν είναι βεβαίως ο πρώτος πρωθυπουργός στη Μεταπολίτευση που διεκδικεί τρίτη συνεχή θητεία. (www.tovima.gr 03.10.2026)
In English
- claim to demand ownership of something
Talk about this word "διεκδικώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CE%BA%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026. διεκδικώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CE%BA%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8E "διεκδικώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CE%BA%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8E.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {διεκδικώ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B5%CE%BA%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8E},
urldate = {2026-11-07}
}