διώχνω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
διώχνω
- ˈðʝo.xno
Where it comes from
διώχνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική διώχνω < αρχαία ελληνική διώκω < δίω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dih₁- (κινώ γρήγορα)
verb διώχνω · έδιωξα · διώχνομαι · διώχτηκα · διωγμένος
- αναγκάζω κάποιον να φύγει με τα λόγια ή τη συμπεριφορά μου τον έδιωξαν κακήν κακώς, για μείνουν μόνοι
- απομακρύνω κάποιον από το χώρο στον οποίο βρίσκεται διώξε το σκύλο μακριά από τις γλάστρες!
-
απομακρύνω κάποιον από τη θέση που έχει
Similar: απολύω
-
απομακρύνω κάποιον από τον τόπο της μόνιμης κατοικίας του
Similar: εκτοπίζω
-
απομακρύνω κάποιον ξένο από τη χώρα διαμονής του
Similar: απελαύνω
- κάνω έξωση σε κάποιον, τον απομακρύνω από μισθωμένη κατοικία με διώχνουν από το διαμέρισμα, διότι το θέλουν για ιδιοκατοίκηση
- αποβάλλω τους έδιωξαν από το σχολείο εξαιτίας των ζημιών που έκαναν
- σταματώ να σκέφτομαι, απομακρύνω κάτι από την ψυχή μου πρέπει να σκεφτείς κάτι θετικό, για να διώξεις τις αμφιβολίες σου
- απαλλάσσομαι από την παρουσία κάποιου τον έδιωξε από τη ζωή της
- προστατεύω ή απαλλάσσω κάποιον από κάτι η γυμναστική διώχνει το άγχος
In English
- shoo to induce someone to leave
- get rid of to rid (oneself) of
Talk about this word "διώχνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CF%8E%CF%87%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. διώχνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CF%8E%CF%87%CE%BD%CF%89 "διώχνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CF%8E%CF%87%CE%BD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {διώχνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CF%8E%CF%87%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}