διώχνω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

διώχνω

  • ˈðʝo.xno

Where it comes from

διώχνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική διώχνω < αρχαία ελληνική διώκω < δίω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dih₁- (κινώ γρήγορα)

verb διώχνω · έδιωξα · διώχνομαι · διώχτηκα · διωγμένος

  1. αναγκάζω κάποιον να φύγει με τα λόγια ή τη συμπεριφορά μου τον έδιωξαν κακήν κακώς, για μείνουν μόνοι
  2. απομακρύνω κάποιον από το χώρο στον οποίο βρίσκεται διώξε το σκύλο μακριά από τις γλάστρες!
  3. απομακρύνω κάποιον από τη θέση που έχει

    Similar: απολύω

  4. απομακρύνω κάποιον από τον τόπο της μόνιμης κατοικίας του

    Similar: εκτοπίζω

  5. απομακρύνω κάποιον ξένο από τη χώρα διαμονής του

    Similar: απελαύνω

  6. κάνω έξωση σε κάποιον, τον απομακρύνω από μισθωμένη κατοικία με διώχνουν από το διαμέρισμα, διότι το θέλουν για ιδιοκατοίκηση
  7. αποβάλλω τους έδιωξαν από το σχολείο εξαιτίας των ζημιών που έκαναν
  8. σταματώ να σκέφτομαι, απομακρύνω κάτι από την ψυχή μου πρέπει να σκεφτείς κάτι θετικό, για να διώξεις τις αμφιβολίες σου
  9. απαλλάσσομαι από την παρουσία κάποιου τον έδιωξε από τη ζωή της
  10. figuratively, μεταφορικά προστατεύω ή απαλλάσσω κάποιον από κάτι η γυμναστική διώχνει το άγχος

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"διώχνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CF%8E%CF%87%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

διώχνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CF%8E%CF%87%CE%BD%CF%89

Chicago

"διώχνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CF%8E%CF%87%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {διώχνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CF%8E%CF%87%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}