δοκίμιο

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

δοκίμιο

  • ðoˈci.mi.o

Where it comes from

δοκίμιο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα δοκίμ(ιον) + -ιο < δοκιμή <

:* για το φιλολογικό είδος < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική essai. Διαφορετικό το αρχαίο δοκιμεῖον ελληνιστικό δοκίμιον).

:* για το τυπογραφικό δοκίμιο < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική épreuve.

noun δοκίμιο · δοκίμια · δοκιμίου · δοκίμιου · δοκιμίων

  1. φιλολογία γραπτό κείμενο μέτριας έκτασης και καλλιεργημένου ύφους με το οποίο ο συγγραφέας αποπειράται να διερευνήσει θεωρητικά ένα φιλοσοφικό, κοινωνικό, ιστορικό, φιλολογικό ζήτημα ※ Σε περίπτωση που μεταξύ των δυο συνολικών βαθμολογιών υπάρχει διαφορά μεγαλύτερη από το 10% της μέγιστης δυνατής βαθμολογίας του μαθήματος, τότε το γραπτό δοκίμιο αναβαθμολογείται με την ακόλουθη διαδικασία: (α) Καλύπτονται οι βαθμολογίες των δύο βαθμολογητών και ο αναβαθμολογητής βαθμολογεί το γρ
  2. φιλολογία το αντίστοιχο είδος του γραπτού λόγου
  3. τυπογραφία η πρώτη πρόχειρη εκτύπωση ενός κειμένου που πρέπει να ελεγχθεί για λάθη και να λάβει την τελική του μορφή

Similar: δοκιμή

Thesaurus

noun

Similar: δοκιμή

In English

  • essay written composition

Talk about this word

Cite this
MLA

"δοκίμιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CE%BA%CE%AF%CE%BC%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

δοκίμιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CE%BA%CE%AF%CE%BC%CE%B9%CE%BF

Chicago

"δοκίμιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CE%BA%CE%AF%CE%BC%CE%B9%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δοκίμιο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CE%BA%CE%AF%CE%BC%CE%B9%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}