δοκιμάζω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
δοκιμάζω
Where it comes from
δοκιμάζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δοκιμάζω < δόκιμος < δέχομαι
verb δοκιμάζω · δοκίμαζα · δοκιμάσω · δοκίμασα · δοκιμάζομαι · δοκιμασμένος
- προσπαθώ να λύσω ένα πρόβλημα ή να ξεπεράσω μια δυσκολία αλλάζοντας προσέγγιση, κάνοντας κάτι διαφορετικό, αποπειρώμαι να αντιμετωπίσω κάτι Δοκίμασα να μπω στον ιστότοπο με άλλο φυλλομετρητή αλλά τα ίδια
- κάνω δοκιμές, εξετάζω αν κάτι ταιριάζει/αρέσει σε εμένα ή σε κάποιον άλλον Δοκίμασες ποτέ πίτσα με ανανά; Θα εκπλαγείς!
- προσπαθώ να βρω τα όρια αντοχής, ταλαιπωρώ, βάζω τον άλλο σε δοκιμασία δυσάρεστη Αυτά τα άτακτα παιδιά δοκιμάζουν τα νεύρα μου/την υπομονή μου
- έκφραση πρόκλησης, υποτίμησης, η οποία προδικάζει ότι ο άλλος αν αποπειραθεί, προσπαθήσει να κάνει κάτι, δε θα τα καταφέρει Για δοκίμασε!
- αισθάνομαι, βιώνω, γεύομαι Δοκίμασα μεγάλη απογοήτευση, χαρά, λαχτάρα, έκπληξη
- δοκιμάζομαι: περνώ μεγάλη δοκιμασία, δυσκολία, στενοχώρια, αλλά και κρίνομαι, ελέγχομαι Δοκιμάστηκε σκληρά όταν πήγε μετανάστης/έχασε τη γυναίκα του/έμεινε άνεργος
In English
Talk about this word "δοκιμάζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CE%BA%CE%B9%CE%BC%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. δοκιμάζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CE%BA%CE%B9%CE%BC%CE%AC%CE%B6%CF%89 "δοκιμάζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CE%BA%CE%B9%CE%BC%CE%AC%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {δοκιμάζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CE%BA%CE%B9%CE%BC%CE%AC%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}