δοκιμασία

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

δοκιμασία

Where it comes from

δοκιμασία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δοκιμασία < δοκιμάζω (εξετάζω, ερευνώ)

noun δοκιμασία · δοκιμασίες · δοκιμασίας · δοκιμασιών

  1. η δοκιμή
  2. δύσκολη κατάσταση που αντιμετωπίζει κάποιος και τον αναγκάζει να δοκιμάσει τις αντοχές του· ταλαιπωρία ※ Μπορεί μέσα απ' αυτή τη δοκιμασία να προκύψει κάτι καλό. (⌘ Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη, [μυθιστόρημα], 1987)
  3. πολιτική έλεγχος ώστε να βεβαιωθεί η καταλληλότητα υποψηφίου για να αναλάβει δημόσιο λειτούργημα

In English

  • test challenge, trial
  • trial difficult experience
  • ordeal a painful or trying experience
  • probation period of conditional employment or engagement

Talk about this word

Cite this
MLA

"δοκιμασία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CE%BA%CE%B9%CE%BC%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

δοκιμασία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CE%BA%CE%B9%CE%BC%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1

Chicago

"δοκιμασία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CE%BA%CE%B9%CE%BC%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δοκιμασία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%BF%CE%BA%CE%B9%CE%BC%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}