δράση

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

δράση

Where it comes from

δράση < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική δρᾶ(σις) + -ση < αρχαία ελληνική δρᾶσις < δράω/δρῶ

noun δράση · δράσεις · δράσης · δράσεων

  1. η δραστηριοποίηση και οι ενέργειες που κάνει κάποιος για έναν σκοπό περιβαλλοντική δράση, εθελοντική, επαναστατική, εναλλακτική, φιλανθρωπική δράση
  2. η ενέργεια, η κίνηση
  3. η εκδήλωση κάποιας ενέργειας
  4. λογοτεχνία, κινηματογράφος, θέατρο η εναλλαγή των σκηνών και των επεισοδίων σε λογοτεχνικό, θεατρικό ή κινηματογραφικό έργο

Similar: ενέργεια, επενέργεια, δραστηριοποίηση, κινητοποίηση, ενεργοποίηση · Opposite: αδράνεια, ακινησία, απραξία

Thesaurus

In English

  • action fast-paced activity
  • activity something done as an action or a movement

Talk about this word

Cite this
MLA

"δράση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%81%CE%AC%CF%83%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

δράση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%81%CE%AC%CF%83%CE%B7

Chicago

"δράση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%81%CE%AC%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {δράση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%81%CE%AC%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-06}
}