δράση
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
δράση
Where it comes from
δράση < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική δρᾶ(σις) + -ση < αρχαία ελληνική δρᾶσις < δράω/δρῶ
noun δράση · δράσεις · δράσης · δράσεων
- η δραστηριοποίηση και οι ενέργειες που κάνει κάποιος για έναν σκοπό περιβαλλοντική δράση, εθελοντική, επαναστατική, εναλλακτική, φιλανθρωπική δράση
- η ενέργεια, η κίνηση
- η εκδήλωση κάποιας ενέργειας
- η εναλλαγή των σκηνών και των επεισοδίων σε λογοτεχνικό, θεατρικό ή κινηματογραφικό έργο
Similar: ενέργεια, επενέργεια, δραστηριοποίηση, κινητοποίηση, ενεργοποίηση · Opposite: αδράνεια, ακινησία, απραξία
Thesaurus
noun
Similar: ενέργεια, επενέργεια, δραστηριοποίηση, κινητοποίηση, ενεργοποίηση · Opposite: αδράνεια, ακινησία, απραξία
In English
Talk about this word "δράση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%81%CE%AC%CF%83%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026. δράση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%81%CE%AC%CF%83%CE%B7 "δράση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%81%CE%AC%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {δράση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%81%CE%AC%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-06}
}