δυναμικός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
δυναμικός
Where it comes from
δυναμικός < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική δύναμις < δύναμαι
adjective δυναμικός · δυναμική · δυναμικό · δυναμικού · δυναμικής
- που έχει (ψυχική και ηθική) δύναμη και αντοχή και αναπτύσσει δραστηριότητες και πρωτοβουλία (ενίοτε και με κάποια βιαιότητα
-
που παρουσιάζει τάση εξέλιξης
Similar: εξελικτικός · Opposite: στατικός
- που σχετίζεται με τις φυσικές δυνάμεις
- που μεταβάλλεται στο χρόνο
-
dynamic: αυτό που μπορεί να μεταβληθεί κατά την διάρκεια της εκτέλεσης ενός προγράμματος (runtime), όπως ο ορισμός του τύπου μιας μεταβλητής (variable)
Opposite: στατικός
Opposite: στατικός
Thesaurus
adjective
Opposite: στατικός
In English
Talk about this word "δυναμικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. δυναμικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "δυναμικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {δυναμικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}