στατικός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

στατικός

Where it comes from

στατικός < αρχαία ελληνική στατικός < ἵστημι

adjective στατικός · στατική · στατικό · στατικού · στατικής

  1. που έχει σχέση με τη στάση, ανήκει σ’ αυτή ή αναφέρεται σ’ αυτή
  2. που βρίσκεται σε ακινησία ή την προκαλεί

    Similar: στάσιμος, ακίνητος · Opposite: κινητικός, κινούμενος

  3. αρχιτεκτονική που έχει σχέση με τη στατική ή τη στατικότητα ενός οικοδομήματος ή αναφέρεται σ’ αυτή
  4. που δεν περιλαμβάνει το στοιχείο του χρόνου, δηλαδή δε μεταβάλλεται με την πάροδο του χρόνου
  5. προγραμματισμός αυτό που καθορίζεται πριν την μεταγλώττιση και δεν μεταβάλλεται κατά την διάρκεια της εκτέλεσης ενός προγράμματος (runtime), όπως ο ορισμός του τύπου μιας μεταβλητής (variable)
  6. προγραμματισμός η στατική μεταβλητή ή γενικότερα η στατική δομή δεδομένων για την οποία δεσμεύεται χώρος στην κεντρική μνήμη κατά το μεταγλώττιση και δεν μεταβάλλεται κατά την διάρκεια της εκτέλεσης Παράδειγμα ένας μονοδιάστατος πίνακας που συνήθως έχει σταθερό μέγεθος

Opposite: δυναμικός

Thesaurus

adjective

Opposite: δυναμικός

Talk about this word

Cite this
MLA

"στατικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

στατικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"στατικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {στατικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}