δυνητικός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
δυνητικός
- ði.ni.tiˈkos
Where it comes from
δυνητικός < Ετυμολογίες ανά σημασία.
: 1. Η επιστημονική σημασία < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική potentiel, virtuel.
: 2. Η πληροφορική σημασία < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική virtual (μαρτυρείται από το 1959).
: 3. Η γραμματική σημασία < λόγιο διαχρονικό δάνειο από την ελληνιστική κοινή δυνητικός.
adjective δυνητικός · δυνητική · δυνητικό · δυνητικού · δυνητικής
- που μπορεί να συμβεί, να υπάρξει ή να πραγματοποιηθεί υπό ορισμένες προϋποθέσεις (νομικός όρος) δυνητική ρήτρα
- εικονικός δυνητικές κοινότητες
- ρηματική μορφή ή σύνταξη που εκφράζει κάτι που είναι δυνατό ή πιθανό δυνητική οριστική, δυνητική ευκτική (στην αρχαία ελληνική)
In English
- potential existing in possibility
Talk about this word "δυνητικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%85%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. δυνητικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%85%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "δυνητικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%85%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {δυνητικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CF%85%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}