είδος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

είδος

  • ˈi.ðos

Where it comes from

είδος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εἶδος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *wéydos < *weyd- (βλέπω)

:* για την ταξινομία < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική species < λατινική species

:* για διάφορα αντικείμενα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή εἶδος & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική espèce

noun είδος · είδη · είδους · ειδών

  1. η έννοια η οποία μπορεί να θεωρηθεί μέλος ενός ευρύτερου γένους Το θρανίο είναι ένα είδος επίπλου για σχολική χρήση· οι έννοιες "θρανίο" και "έπιπλο" έχουν μεταξύ τους τη σχέση είδους - γένους.
  2. τα αντικείμενα που πωλούνται Στο κατάστημά μας θα βρείτε μεγάλη ποικιλία σε ηλεκτρικά είδη.
  3. ταξινομία ταξινομική βαθμίδα κατώτερη του γένους Ο σημερινός άνθρωπος ανήκει στο είδος Homo Sapiens του γένους Homo της οικογένειας των Ανθρωπιδών

In English

  • species group of plants or animals having similar appearance
  • kind type, race, category
  • gender division, class, kind
  • class group, collection, category or set sharing characteristics or attributes
  • genus group with common attributes
  • type biology: individual representative of its taxonomic group
  • sort type

Talk about this word

Cite this
MLA

"είδος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%AF%CE%B4%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

είδος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%AF%CE%B4%CE%BF%CF%82

Chicago

"είδος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%AF%CE%B4%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {είδος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%AF%CE%B4%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}