Εβραίος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

Εβραίος

  • eˈvɾe.os

Where it comes from

Εβραίος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή Ἑβραῖος < εβραϊκή עברי (ivrí). Συγκρίνετε με το Οβριός

:* ο όρος δεν απαντάται σε κανένα ιστορικό κείμενο, παρά μόνο στην Αγία Γραφή

:* η προέλευση του ονόματος πιθανολογείται, από πολλούς μελετητές, από τον πατριάρχη Έβερ, δισέγγονο του Νώε και πρόγονο του Αβραάμ

proper noun Εβραίος · Εβραίοι · Εβραίου · Εβραίων · Εβραίο · Εβραίους

  1. ο πιστός της ιουδαϊκής θρησκείας

    Similar: Ιουδαίος

  2. εθνικό όνομα ο προερχόμενος από το έθνος των Εβραίων

    Similar: Ισραηλίτης

  3. figuratively, μεταφορικά τσιγκούνης, φιλάργυρος

    Similar: τσιγκούνης

Similar: Ιουδαίος, Ισραηλίτης, Οβριός, χαχαμίκος

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"Εβραίος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B2%CF%81%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

Εβραίος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B2%CF%81%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CF%82

Chicago

"Εβραίος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B2%CF%81%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {Εβραίος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B2%CF%81%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}