τσιγκούνης

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

τσιγκούνης¹

  • t͡siŋˈɡu.nis

Where it comes from

τσιγκούνης < (άμεσο δάνειο) τουρκική çingene (τσιγγάνος) < ουγγρική cigány < σλαβικής προέλευσης cigan < μεσαιωνική ελληνική ἀτσίγγανος (αντιδάνειο) < ελληνιστική κοινή ἀθίγγανος (που δεν ακουμπά) < ἀ- + αρχαία ελληνική θιγγάνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dʰeyǵʰ- (ζυμώνω, δίνω μορφή)

adjective τσιγκούνης · τσιγκούνα · τσιγκούνικο · τσιγκούνη · τσιγκούνας · τσιγκούνικου

  1. literally, κυριολεκτικά που δε θέλει να ξοδεύει καθόλου δικά του λεφτά και τα σκέφτεται συνέχεια Η Μαρία είναι τσιγκούνα. Το σκέφτεται να πάρει καινούρια παπούτσια, ενώ τα δικά της πάλιωσαν και δεν της λείπουν τα χρήματα.
  2. figuratively, μεταφορικά που δεν προσφέρει τίποτα σε ψυχικό ή ηθικό επίπεδο

Similar: εξηνταβελόνης, σπαγκοραμμένος, σπάγκος, σφιχτοχέρης, τσιφούτης, φιλάργυρος · Opposite: ανοιχτοχέρης, γαλαντόμος, γενναιόδωρος, σπάταλος, χουβαρντάς

Τσιγκούνης²

Where it comes from

Τσιγκούνης < τσιγκούνης

proper noun Τσιγκούνης · Τσιγκούνηδες · Τσιγκούνη · Τσιγκούνηδων

  1. ανδρικό επώνυμο

Thesaurus

In English

  • stingy unwilling to spend or give

Talk about this word

Cite this
MLA

"τσιγκούνης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B9%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

τσιγκούνης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B9%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CE%B7%CF%82

Chicago

"τσιγκούνης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B9%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {τσιγκούνης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%84%CF%83%CE%B9%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CE%BD%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}