εγκαταλείπω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εγκαταλείπω
Where it comes from
εγκαταλείπω < αρχαία ελληνική ἐγκαταλείπω < ἐν + κατά + λείπω
verb εγκαταλείπω · εγκατέλειπα · εγκαταλείψω · εγκατέλειψα · εγκαταλείπομαι · εγκαταλελειμμένος
- αφήνω κάτι/κάποιον σε ένα σημείο, ώστε να μη χρειάζεται να φροντίζω πια γι' αυτό εγκατέλειψε το βρέφος που μόλις είχε γεννήσει στα σκαλιά ενός πλουσιόσπιτου
- παύω να ασχολούμαι συστηματικά με κάτι/κάποιον, ακόμη κι αν δεν έχω απομακρυνθεί από αυτό έχει εγκαταλείψει τα παιδιά της, απλώς τους μαγειρεύει, αλλά στην ουσία δεν ενδιαφέρεται γι' αυτά
- απομακρύνομαι από κάποιον χωρίς να του προσφέρω τη βοήθεια που όφειλα ή περίμενε από μένα εγκατέλειψε το θύμα του αβοήθητο
- απομακρύνομαι από κάποιον και παύω να διατηρώ σχέση μαζί του εγκατέλειψε τη γυναίκα του και ζει με την ερωμένη του
- παραιτούμαι από προσπάθεια, αγώνα κ.λπ. μην εγκαταλείπεις την προσπάθεια
Thesaurus
In English
Talk about this word "εγκαταλείπω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CF%80%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. εγκαταλείπω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CF%80%CF%89 "εγκαταλείπω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CF%80%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εγκαταλείπω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CF%80%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}