εγώ
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εγώ
- eˈɣo
Where it comes from
εγώ < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἐγώ
pronoun εγώ · εσύ · αυτός · τος · αυτή
- εκφράζει το πρόσωπο το οποίο μιλά Εγώ σου είπα τι πιστεύω. Εσύ κάνε όπως νομίζεις.
noun εγώ
- ο εαυτός μου, το είναι μου, η συνείδησή μου το εγώ του ανθρώπου έχει μελετηθεί από τη φιλοσοφία και την ψυχολογία
- ο εγωισμός έχει ένα εγώ πολύ ανεπτυγμένο
- το Εγώ το Εγώ λύνει τις συγκρούσεις με το Αυτό και το Υπερεγώ με τη βοήθεια ασυνείδητων αμυντικών ψυχικών μηχανισμών
Similar: αφεντιά, απατός, εαυτός, ίδιος, υποφαινόμενος, άτομό, λόγου · Opposite: άλλος
Thesaurus
In English
Talk about this word "εγώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CF%8E. Accessed 6 Nov. 2026. εγώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CF%8E "εγώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CF%8E.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εγώ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B3%CF%8E},
urldate = {2026-11-06}
}