εθελοντής

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εθελοντής¹

Where it comes from

εθελοντής < αρχαία ελληνική ἐθελοντής, από το ρήμα ἐθέλω.

noun εθελοντής · εθελοντές · εθελοντή · εθελοντών

  1. κάποιος που προσφέρει τις υπηρεσίες του, συνήθως για κάποιο κοινωφελή σκοπό ※ Παραδείγματα τοπικών παραγόντων διαμόρφωσης της κοινής γνώμης είναι, μεταξύ άλλων, οι ηγέτες κοινοτήτων που δραστηριοποιούνται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οι μπλόγκερ, οι βλόγκερ, οι δημοσιογράφοι, οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, οι ΜΚΟ, οι εθελοντές και εθελόντριες της κοινότητας .. (
  2. αυτός που παρουσιάζεται στο στρατό για να κάνει θητεία χωρίς να υπάγεται σε αυτή την υποχρέωση

Εθελοντής²

Where it comes from

Εθελοντής < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Εθελοντής · Ethelontis

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

  • volunteer one who voluntarily offers themselves for service

Talk about this word

Cite this
MLA

"εθελοντής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B8%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εθελοντής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B8%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%AE%CF%82

Chicago

"εθελοντής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B8%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%AE%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εθελοντής},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B8%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%AE%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}