εθνικός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εθνικός
- e.θniˈkos
Where it comes from
εθνικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐθνικός και σημασιολογικό δάνειο από την ιταλική nazionale ή (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική national
adjective εθνικός · εθνική · εθνικό · εθνικού · εθνικής
- που σχετίζεται με το έθνος η εθνική συνείδηση
- που αναφέρεται στο κράτος το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν
- που αναφέρεται στο σύνολο μιας χώρας και όχι σε μια περιφέρειά της ούτε σε υπερεθνική οντότητα εθνικές, ευρωπαϊκές και αυτοδιοικητικές εκλογές
- για λέξη που προσδιορίζει αυτόν που ανήκει σε ένα έθνος τα εθνικά ονόματα όπως Έλληνας, Άγγλος, Γάλλος κλπ γράφονται με κεφαλαίο αρχικό
- στο βυζαντινό λεξιλόγιο ήταν συνώνυμο κυρίως των Ελλήνων, όπως και άλλων που δεν είχαν ασπαστεί το Χριστιανισμό και θεωρούνταν ειδωλολάτρες ή πολυθεϊστές ή παγανιστές
In English
Talk about this word "εθνικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. εθνικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "εθνικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εθνικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}