εθνικός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εθνικός

  • e.θniˈkos

Where it comes from

εθνικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐθνικός και σημασιολογικό δάνειο από την ιταλική nazionale ή (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική national

adjective εθνικός · εθνική · εθνικό · εθνικού · εθνικής

  1. που σχετίζεται με το έθνος η εθνική συνείδηση
  2. που αναφέρεται στο κράτος το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν
  3. που αναφέρεται στο σύνολο μιας χώρας και όχι σε μια περιφέρειά της ούτε σε υπερεθνική οντότητα εθνικές, ευρωπαϊκές και αυτοδιοικητικές εκλογές
  4. γραμματική για λέξη που προσδιορίζει αυτόν που ανήκει σε ένα έθνος τα εθνικά ονόματα όπως Έλληνας, Άγγλος, Γάλλος κλπ γράφονται με κεφαλαίο αρχικό
  5. dated, ιστορία, παρωχημένο στο βυζαντινό λεξιλόγιο ήταν συνώνυμο κυρίως των Ελλήνων, όπως και άλλων που δεν είχαν ασπαστεί το Χριστιανισμό και θεωρούνταν ειδωλολάτρες ή πολυθεϊστές ή παγανιστές

In English

  • ethnic of or relating to a group of people
  • gentile non-Jewish
  • national pertaining to a nation or country; the state

Talk about this word

Cite this
MLA

"εθνικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εθνικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"εθνικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εθνικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}