εικονικός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εικονικός

  • i.ko.niˈkos

Where it comes from

εικονικός < ελληνιστική κοινή εἰκονικός < αρχαία ελληνική εἰκών (3.(μεταφραστικό δάνειο) αγγλική virtual)

adjective εικονικός · εικονική · εικονικό · εικονικού · εικονικής

  1. που δε σχετίζεται με την πραγματικότητα, φαινομενικός, πλασματικός εικονικός γάμος

    Opposite: πραγματικός, φυσικός

  2. εικονιστικός

    Similar: απεικονιστικός · Opposite: ανεικονικός

  3. πληροφορική που πραγματοποιείται μέσω υπολογιστή ή δικτύου υπολογιστών ή ανάλογων συσκευών, σχετικός με την πλαστή πραγματικότητα που αντικρίζουμε ως εικόνα στην οθόνη της τηλεόρασης και του ηλεκτρονικού υπολογιστή

In English

  • virtual in effect or essence, rather than in fact or reality

Talk about this word

Cite this
MLA

"εικονικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εικονικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"εικονικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εικονικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}