εικονογραφικός

Ελληνικά · Sinonime și antonime

AI Pe înțelesul tuturor

Se scrie o scurtă explicație…

Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.

εικονογραφικός

De unde vine

εικονογραφικός < εικονογραφία + -ικός (2. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική pictographique)

adjectiv εικονογραφικός · εικονογραφική · εικονογραφικό · εικονογραφικού · εικονογραφικής

  1. που έχει σχέση με την εικονογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή ※ από τον 12ο αιώνα και εξής οι ζωγράφοι εμπνέονται επίσης από άλλα λειτουργικά κείμενα ή από τα Απόκρυφα Ευαγγέλια. Αλλά και οι ίδιοι επινοούν και καθιερώνουν ορισμένα εικονογραφικά στοιχεία, τα οποία δεν αναφέρονται στις γνωστές πηγές, όπως η μορφή του στρατιώτη που κρατεί το σχοινί και αναδεικνύε
  2. ιδεογραφικός, που χρησιμοποιεί ιδεογράμματα

    Opus: συλλαβογραφικός, φωνητικός

În engleză

Discută despre acest cuvânt

Citează
MLA

"εικονογραφικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εικονογραφικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"εικονογραφικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εικονογραφικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}