εισαγωγή

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εισαγωγή

  • i.sa.ɣoˈʝi

Where it comes from

εισαγωγή < αρχαία ελληνική εἰσαγωγή < εἰσάγω < εἰς (είσ-) + ἄγω

noun εισαγωγή · εισαγωγές · εισαγωγής · εισαγωγών

  1. η τοποθέτηση κάποιου πράγματος μέσα σε κάτι άλλο
  2. η προσθήκη Στο Βικιλεξικό η εισαγωγή αρίθμησης γίνεται με το σύμβολο #
  3. οικονομία : η είσοδος αγαθών από ξένη χώρα
  4. ιατρική : η είσοδος ασθενούς σε κλειστή περίθαλψη

    Opposite: εξαγωγή

  5. η διδασκαλία των βασικών αρχών μιας επιστήμης καθώς και το αντίστοιχο διδακτικό εγχειρίδιο η εισαγωγή στην κοινωνιολογία διδάσκεται στο πρώτο εξάμηνο της σχολής
  6. (για βιβλία) σύντομο κείμενο πριν το κύριο μέρος

    Opposite: επίλογος

  7. η ένταξη σε πανεπιστήμιο ή άλλο ανώτατο ίδρυμα

In English

  • import something brought in from a foreign country
  • introduction act or process of introducing
  • overture musical introduction
  • lede introductory paragraph or paragraphs of a newspaper or other news article

Talk about this word

Cite this
MLA

"εισαγωγή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εισαγωγή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE

Chicago

"εισαγωγή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εισαγωγή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}