εξαγωγή

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εξαγωγή

Where it comes from

εξαγωγή < αρχαία ελληνική ἐξαγωγή

noun εξαγωγή · εξαγωγές · εξαγωγής · εξαγωγών

  1. η ενέργεια με την οποία ένα αντικείμενο βγαίνει από τη θέση του, το βγάλσιμο, η αφαίρεση ο οδοντίατρος προχώρησε στην εξαγωγή του χαλασμένου δοντιού
  2. η ενέργεια με την οποία κάτι εξάγεται ως συμπέρασμα η εξαγωγή συμπερασμάτων
  3. οικονομία η πώληση εμπορευμάτων στο εξωτερικό η εταιρεία μας κάνει εξαγωγές αγροτικών προϊόντων στη Γερμανία
  4. το σύνολο των εμπορευμάτων που πωλούνται στο εξωτερικό το ισοζύγιο εισαγωγών-εξαγωγών
  5. broadly, κατ' επέκταση η ενέργεια με την οποία κάτι βγαίνει από τη χώρα κατευθυνόμενο προς το εξωτερικό εξαγωγή συναλλάγματος, εξαγωγή επιστημόνων

Opposite: εισαγωγή

Thesaurus

noun

Opposite: εισαγωγή

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"εξαγωγή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εξαγωγή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE

Chicago

"εξαγωγή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εξαγωγή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}