εξαγωγή
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εξαγωγή
Where it comes from
εξαγωγή < αρχαία ελληνική ἐξαγωγή
noun εξαγωγή · εξαγωγές · εξαγωγής · εξαγωγών
- η ενέργεια με την οποία ένα αντικείμενο βγαίνει από τη θέση του, το βγάλσιμο, η αφαίρεση ο οδοντίατρος προχώρησε στην εξαγωγή του χαλασμένου δοντιού
- η ενέργεια με την οποία κάτι εξάγεται ως συμπέρασμα η εξαγωγή συμπερασμάτων
- η πώληση εμπορευμάτων στο εξωτερικό η εταιρεία μας κάνει εξαγωγές αγροτικών προϊόντων στη Γερμανία
- το σύνολο των εμπορευμάτων που πωλούνται στο εξωτερικό το ισοζύγιο εισαγωγών-εξαγωγών
- η ενέργεια με την οποία κάτι βγαίνει από τη χώρα κατευθυνόμενο προς το εξωτερικό εξαγωγή συναλλάγματος, εξαγωγή επιστημόνων
Opposite: εισαγωγή
Thesaurus
noun
Opposite: εισαγωγή
In English
- export the act of exporting
- extraction removal of a tooth from its socket
Talk about this word "εξαγωγή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. εξαγωγή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE "εξαγωγή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εξαγωγή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BE%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}