εισαγωγικό

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εισαγωγικό

  • i.sa.ɣo.ʝiˈko

Where it comes from

εισαγωγικό: ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου εισαγωγικός → δείτε εισαγωγικά

adverb εισαγωγικό · εισαγωγικά

  1. τμήμα κειμένου που αποδίδει ακριβώς τα λόγια ενός προσώπου ή τμήμα κειμένου άλλου συγγραφέα
  2. λέξη που χρησιμοποιείται μεταφορικά ή ειρωνικά

adjective εισαγωγικό

  1. αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του εισαγωγικός
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του εισαγωγικός

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"εισαγωγικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εισαγωγικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C

Chicago

"εισαγωγικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εισαγωγικό},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
  urldate = {2026-11-07}
}