εισβάλλω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εισβάλλω

  • iˈzva.lo

Where it comes from

εισβάλλω < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα εἰσβάλλω < αρχαία ελληνική εἰσβάλλω

verb εισβάλλω · εισέβαλλα · θα εισβάλλω · να εισβάλλω · εισβάλλοντας

  1. στρατιωτικός όρος εισέρχομαι βίαια σε ξένο έδαφος με στρατιωτική δύναμη → χρειάζεται παράθεμα

    Similar: επιτίθεμαι

  2. general, γενικότερα μπαίνω σε ξένο χώρο επιθετικά ※ Το γεγονός ότι όσα χρόνια κι αν περάσουν ο Καταλανός αμυντικός πίνεται μονορούφι από τις χιλιάδες των fans του. Αυτές ίσως τον μάτιασαν και έτσι την προηγούμενη εβδομάδα ληστές εισέβαλαν στο σπίτι του στη Βαρκελώνη και το έκαναν καλοκαιρινό. (Η σέξι 11άδα του Μουντιάλ, Πρώτο Θέμα, 13/06/2018 https

    Similar: εισορμώ, εφορμώ

  3. general, γενικότερα μπαίνω σε ξένο χώρο αιφνιδιαστικά, μαζικά και ορμητικά → χρειάζεται παράθεμα

    Similar: εισορμώ, εφορμώ, κατακλύζω, μπουκάρω, χυμώ

  4. figuratively, μεταφορικά εισέρχομαι ανεπιθύμητα σε χώρο όπου δεν ανήκω → χρειάζεται παράθεμα

    Similar: εισχωρώ

  5. figuratively, μεταφορικά καθιερώνομαι σε νοητό χώρο, ανατρέποντας ή μεταβάλλοντας την κατάσταση → χρειάζεται παράθεμα

In English

  • invade to enter by force in order to conquer

Talk about this word

Cite this
MLA

"εισβάλλω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εισβάλλω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CF%89

Chicago

"εισβάλλω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εισβάλλω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}