εισβάλλω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εισβάλλω
- iˈzva.lo
Where it comes from
εισβάλλω < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα εἰσβάλλω < αρχαία ελληνική εἰσβάλλω
verb εισβάλλω · εισέβαλλα · θα εισβάλλω · να εισβάλλω · εισβάλλοντας
-
εισέρχομαι βίαια σε ξένο έδαφος με στρατιωτική δύναμη
→ χρειάζεται παράθεμα
Similar: επιτίθεμαι
- μπαίνω σε ξένο χώρο επιθετικά ※ Το γεγονός ότι όσα χρόνια κι αν περάσουν ο Καταλανός αμυντικός πίνεται μονορούφι από τις χιλιάδες των fans του. Αυτές ίσως τον μάτιασαν και έτσι την προηγούμενη εβδομάδα ληστές εισέβαλαν στο σπίτι του στη Βαρκελώνη και το έκαναν καλοκαιρινό. (Η σέξι 11άδα του Μουντιάλ, Πρώτο Θέμα, 13/06/2018 https
- μπαίνω σε ξένο χώρο αιφνιδιαστικά, μαζικά και ορμητικά → χρειάζεται παράθεμα
-
εισέρχομαι ανεπιθύμητα σε χώρο όπου δεν ανήκω
→ χρειάζεται παράθεμα
Similar: εισχωρώ
- καθιερώνομαι σε νοητό χώρο, ανατρέποντας ή μεταβάλλοντας την κατάσταση → χρειάζεται παράθεμα
In English
- invade to enter by force in order to conquer
Talk about this word "εισβάλλω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. εισβάλλω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CF%89 "εισβάλλω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εισβάλλω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}