εκθαμβωτικός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εκθαμβωτικός
- ek.θaɱ.vo.tiˈkos
Where it comes from
εκθαμβωτικός < (καθαρεύουσα) ἐκθαμβωτικός < ἐκθαμβώ(νω) < + -τικός < έκθαμβος < (ελληνιστική κοινή) ἔκθαμβος. Δείτε έκ-, θάμβος, και τα ελληνιστικά ἐκθαμβητικός, ἐκθαμβόομαι.
adjective εκθαμβωτικός · εκθαμβωτική · εκθαμβωτικό · εκθαμβωτικού · εκθαμβωτικής
- που μπορεί να θαμπώσει ή και να τυφλώσει με τη λάμψη του εκθαμβωτικά φώτα
- που είναι πάρα πολύ όμορφος, ικανός να τυφλώσει κάποιον από τη λάμψη που εκπέμπει η ομορφιά του ※ Αν και περασμένης ηλικίας, η καλλονή της ήταν εκθαμβωτική. Θα την ονομάσω: η γλωσσοκοπάνα καλλονή, εξαιτίας της πολυλογίας της που στρεφόταν χαριτωμένα εναντίον μου. (Θάνος Σταθόπουλος, La Folie, εκδ. Ίκαρος, 2015)
Similar: εκτυφλωτικός
Thesaurus
adjective
Similar: εκτυφλωτικός
Talk about this word "εκθαμβωτικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CE%B8%CE%B1%CE%BC%CE%B2%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. εκθαμβωτικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CE%B8%CE%B1%CE%BC%CE%B2%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "εκθαμβωτικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CE%B8%CE%B1%CE%BC%CE%B2%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εκθαμβωτικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CE%B8%CE%B1%CE%BC%CE%B2%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}