εκτυφλωτικός
Ελληνικά · Синонимы и антонимы
AI Простыми словами
Пишу короткое объяснение…
Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.
εκτυφλωτικός
Откуда оно
εκτυφλωτικός < αρχαία ελληνική ἐκτυφλω- (ρήμα ἐκτυφλόω, ἐκτυφλῶ + -τικός. Ή από ρήμα εκτυφλώνω + -τικός
прилагательное εκτυφλωτικός · εκτυφλωτική · εκτυφλωτικό · εκτυφλωτικού · εκτυφλωτικής
- που τυφλώνει, συνήθως από το πολύ φως, από την υπερβολική λάμψη Ένας χειμωνιάτικος εκτυφλωτικός ήλιος είχε σταθεί στο ...
- εκπληκτικός Η σύζυγος του τον υποδέχτηκε με την πιο εκτυφλωτική της ζωντάνια
Похожие: εκθαμβωτικός
Синонимы и антонимы
прилагательное
Похожие: εκθαμβωτικός
Обсудить это слово "εκτυφλωτικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CF%84%CF%85%CF%86%CE%BB%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. εκτυφλωτικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CF%84%CF%85%CF%86%CE%BB%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "εκτυφλωτικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CF%84%CF%85%CF%86%CE%BB%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Цитировать
@misc{micwyn_2026,
title = {εκτυφλωτικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CF%84%CF%85%CF%86%CE%BB%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}