εκκίνηση
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εκκίνηση
Where it comes from
εκκίνηση < ελληνιστική κοινή ἐκκίνησις < ἐκ + κίνησις ((μεταφραστικό δάνειο) νέα ελληνική ξεκίνημα)
noun εκκίνηση · εκκινήσεις · εκκίνησης · εκκινήσεων
- η έναρξη κίνησης
- η αναχώρηση
- το ξεκίνημα
- το σημείο από το οποίο ξεκινούν ταυτόχρονα οι αθλητές αγώνα δρόμου
- η διαδικασία της έναρξης της λειτουργίας του ηλεκτρονικού υπολογιστή (ή παρόμοιας ηλεκτρονικής συσκευής) με τη φόρτωση του λειτουργικού συστήματος υπώνυμα: ψυχρή εκκίνηση, επανεκκίνηση, θερμή εκκίνηση
Similar: ξεκίνημα
Thesaurus
noun
Similar: ξεκίνημα
In English
Talk about this word "εκκίνηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CE%BA%CE%AF%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. εκκίνηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CE%BA%CE%AF%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7 "εκκίνηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CE%BA%CE%AF%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εκκίνηση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CE%BA%CE%AF%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}