εκλεπτυσμένος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εκλεπτυσμένος
Where it comes from
εκλεπτυσμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εκλεπτύνω. (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική raffiné ή την αγγλική refined)
verb εκλεπτυσμένος · εκλεπτυσμένη · εκλεπτυσμένο · εκλεπτυσμένου · εκλεπτυσμένης
- που έχει εκλεπτυνθεί ※ Βασιζόταν στην καλή του εμφάνιση και στην όμορφη κορμοστασιά του, στους εκλεπτυσμένους τρόπους του και στην αξιοπρεπή του μόρφωση για να κερδίσει όσα ήθελε, και σπάνια απογοητευόταν. Παρ' όλα αυτά, δεν έβρισκε ησυχία.
Similar: αβρός, εξευγενισμένος, καλλιεργημένος, λεπτός, ραφινάτος, φίνος
Thesaurus
verb
Similar: αβρός, εξευγενισμένος, καλλιεργημένος, λεπτός, ραφινάτος, φίνος
In English
- refined cultured, elegant
- sophisticated elegant, refined
Talk about this word "εκλεπτυσμένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CF%80%CF%84%CF%85%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. εκλεπτυσμένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CF%80%CF%84%CF%85%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82 "εκλεπτυσμένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CF%80%CF%84%CF%85%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εκλεπτυσμένος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CF%80%CF%84%CF%85%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}